Εγκαταστάσεις

Εγκαταστάσεις

Το ιδιόκτητο οινοποιείο του Αγροτικού Συνεταιρισμού βρίσκεται στη Μύρινα Λήμνου, σε μια έκταση 10 στρεμμάτων στο Λιμάνι Αγίου Νικολάου.

Στις εγκαταστάσεις του οινοποιείου, που καλύπτει συνολική επιφάνεια 3500 m², ξεδιπλώνεται η εξέλιξη της οινοποίησης στην Ελλάδα από τα μέσα του 20ου αιώνα ως σήμερα. Οι δεξαμενές από ενισχυμένο σκυρόδεμα που χρησιμοποιήθηκαν από την ανέγερση του οινοποιείου και μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ‘80, έχουν αντικατασταθεί από σύγχρονες δεξαμενές από ανοξείδωτο χάλυβα. Οι δεξαμενές από μπετόν πλέον δε χρησιμοποιούνται, αφού η συνολική χωρητικότητα 35000 HL των ανοξείδωτων δεξαμενών είναι αρκετή για τη σημερινά δεδομένα παραγωγής, παρ’ όλα αυτά παραμένουν ως βασικό δομικό στοιχείο του κτιρίου.

Το σύνολο της παραγωγής εμφιαλώνεται και συσκευάζεται στις εγκαταστάσεις του οινοποιείου με τα σύγχρονα μηχανήματα που διαθέτει. Ο ΑΣ Λήμνου βρίσκεται σε φάση πιστοποίησης κατά το διεθνές πρότυπο ασφάλειας τροφίμων ISO 22000:2005.

Αμπελώνες

Οι προσεγμένοι αμπελώνες των παραγωγών μελών του Συνεταιρισμού καλύπτουν πάνω από 3.500 στρέμματα σε όλο το νησί, ενώ η μικρή απόδοση των 700 κιλών εξασφαλίζει την άριστη ποιότητα της πρώτης ύλης. Το σχήμα των αμπελώνων είναι κυπελλοειδές, ενώ το ύψος του κλίματος δεν ξεπερνά τα 40-50 εκατοστά. Η ένταση της γεύσης και τα χαρακτηριστικά που “βγαίνουν” στην οινοποίηση οφείλονται στο ηφαιστειογενές έδαφος του νησιού, το οποίο είναι βαθύ, φτωχό σε ασβεστολιθικά πετρώματα και καλά αποστραγγιζόμενο, αλλά και στη συστηματική και προσεκτική φροντίδα των αμπελώνων από τους παραγωγούς καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Ήδη από το 1997, σε επιλεγμένους αμπελώνες εφαρμόζονται προγράμματα βιολογικής γεωργίας, με στόχο μια εναλλακτική γεωργία προσανατολισμένη στην προστασία του περιβάλλοντος και την προστασία των ποικιλιών που ευδοκιμούν στο νησί.

Ποικιλίες

Το Mοσχάτο Αλεξανδρείας καλλιεργείται αποκλειστικά στη Λήμνο, με εξαιρετικά αποτελέσματα και παραμένει χρυσός καρπός εκατοντάδων αμπελοκαλλιεργητών στο νησί. Μεμονωμένες καλλιέργειες υπάρχουν και στην υπόλοιπη Ελλάδα, αλλά μόνο στη Λήμνο έχει αποδοθεί καθεστώς Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης (ΠΟΠ), τόσο για τους γλυκούς («Μοσχάτος Λήμνου», 1971) όσο και για τους ξηρούς, ημίξηρους και ημίγλυκους οίνους («Λήμνος», 1982). Πρόκειται για μια από τις λίγες ποικιλίες τριπλής χρήσης (επιτραπέζια, οινοποιήσιμη και σταφίδα).

Με πιθανή περιοχή καταγωγής του τη Βόρεια Αφρική, το Μοσχάτο Αλεξανδρείας φυτεύτηκε στη Λήμνο στις αρχές του 20ου αιώνα. Εγκλιματίστηκε τέλεια στο νησί της Λήμνου, δίνοντας υπέροχα γλυκά αλλά και ξηρά αρωματικά λευκά κρασιά. Τα ηφαιστειογενή εδάφη του νησιού είναι ο κορυφαίος τόπος όπου ξεδιπλώνονται τα χαρίσματα της ποικιλίας, δίνοντας οίνους ΠΟΠ. Αν και είναι παρόμοια ποικιλία με το Μοσχάτο άσπρο δίνει κρασιά διαφορετικού χαρακτήρα, με πιο διακριτικό άρωμα, αλλά με πιο μεστή επίγευση και πιο πλούσιο σώμα.

Με την εξαίρεση κάποιων μικρών εκτάσεων, ο αμπελώνας της Λήμνου αποτελείται σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα από τις ποικιλίες Μοσχάτο Αλεξανδρείας και Λημνιό

Μοσχάτο Αλεξανδρείας

Το Λημνιό, ή Καλαμπάκι όπως είναι γνωστή η ποικιλία στο νησί, είναι μια ποικιλία αμπέλου που επιδεικνύει αναμφίβολα, το βάθος της πρότασης των σύγχρονων ελληνικών κρασιών στο σημερινό οινικό κόσμο. Είναι ένα σταφύλι που αναφέρεται για πρώτη φορά από πολυάριθμους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, όπως είναι ο Όμηρος, ο Ησίοδος και ο Πολυδεύκης, κάτι που εντείνει τη μοναδικότητά του. Παρ’ ότι η παρουσία του στη γενέτειρά του είναι σχετικά μικρή σε έκταση, η ποικιλία, βρισκόμενη στο φυσικό της χώρο, εξακολουθεί να διατηρεί ατόφια τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της δίνοντας εξαιρετικά οινικά προϊόντα. Από το 2011, έχει αναγνωριστεί ως προϊόν Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης με την ονομασία «Λήμνος».

Τα κρασιά από Λημνιό έχουν ενδιαφέρουσα και καθαρή γεύση, χρώμα μέτριου βάθους, κομψά αρώματα μύτης και στόματος, στα οποία κυριαρχούν χαρακτήρες φρέσκων αρωματικών βοτάνων και κόκκινων φρούτων του δάσους. Στο στόμα έχουν μέτρια ως υψηλή οξύτητα, «τραγανές» ταννίνες, και αλκοόλη γύρω στο 12,5-13%. Λόγω των εδαφοκλιματικών συνθηκών του νησιού, η ποικιλία έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά σε σχέση με τις άλλες περιοχές όπου καλλιεργείται.